single-post

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου: Η Ιέρεια της ελληνικής στιχουργικής

Γράφει ο Ηλίας Τάσκου / δημοσιογράφος / iliasamfipoli@gmail «Δυο πόρτες έχει η ζωή», «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά», «Ηλιοβασιλέματα», «Όνειρο απατηλό», «Παλαμάκια παλαμάκια»,… είναι μερικά μόνο από τα πολλά τραγούδια που υπογράφει στιχουργικά η σπουδαία Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Τροφοδοτώντας το λαϊκό τραγούδι με αριστουργήματα, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για την αναγνώριση του έργου της, ούτε και για την είσπραξη δικαιωμάτων. Έζησε μια έντονη ζωή στα δίχτυα της χαρτοπαιξίας πετώντας στην άκρη συντηρητικά ήθη της εποχής και κουβαλώντας μια ζωή τραυματικές εμπειρίες από το ξεριζωμό της Μικράς Ασίας  και την προσφυγιά. Είναι η γυναίκα που ήρθε σε ρήξη με τον Βασίλη Τσιτσάνη όταν αποφάσισε όψιμα να διεκδικήσει την πατρότητα των στίχων στο τραγούδι «Τα Καβουράκια». Περασμένες ιστορίες από μια πολυτάραχη ζωή, της οποίας το βιβλίο θα ξεφυλλίσουμε… Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου γεννήθηκε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας το 1894 (σύμφωνα όμως με το δελτίο της αστυνομικής της ταυτότητας το 1893). Το πραγματικό της επίθετο ήταν Χατζηγεωργίου-Οικονόμου. Τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια σφραγίστηκαν από τη φρίκη της μικρασιατικής καταστροφής και τον ξεριζωμό του ελληνισμού αλλά και από το θάνατο του πατέρα της, τον οποίο λάτρευε. Το 1911 παντρεύεται, από προξενείο, κάποιον Κωστή Νικολαϊδη, πλούσιο έμπορο. Μαζί του έκανε δύο παιδιά, την Μαίρη και την Καίτη. Τον Ιούνιο του 1919, ο Τουρκικός στρατός εισβάλει στο Αϊδίνι. Μετά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού οι κάτοικοι μένουν απροστάτευτοι με τους Τούρκους να προχωρούν σε κάθε είδος βαρβαρότητας. Η Ευτυχία μετά από πολλές περιπέτειες βρέθηκε στον Πειραιά μαζί με τις κόρες της. Εκεί συναντά και τον σύζυγο της, με τις πρώτες μέρες να περνάνε πολύ δύσκολα. Μέχρι και το τέλος της ζωής της η ψυχή της θα βρίσκεται στη Μικρά Ασία με τις εικόνες του διωγμού να την «ματώνουν»… Η ενασχόληση της Ευτυχίας με τα καλλιτεχνικά θα ξεκινήσει από την υποκριτική. Η παρουσία της στο θέατρο κράτησε από το 1926 έως το 1942, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να πάρει σύνταξη από το σωματείο Ελλήνων ηθοποιών. Δηλώνοντας θεατρίνα ζήτησε διαζύγιο από τον άντρα της. Κάποια στιγμή γνωρίζει τον Γιώργο Παπαγιαννόπουλο, έναν νεότερο άντρα. Αν και ήταν αστυφύλακας είχε ιδιαίτερες πνευματικές ανησυχίες αφού λάτρευε τις τέχνες και ιδιαίτερα τη ποίηση. Το 1932 μετά το θάνατο του πρώτου συζύγου της η Ευτυχία παντρεύεται το νεαρό αστυφύλακα… Η Ευτυχία παρότι είχε δίπλωμα δασκάλας, (πτυχίο που δε χρησιμοποίησε ποτέ) και μέχρι το 1942 ασχολήθηκε με την υποκριτική, άρχισε να γράφει και ποιήματα. Η γνωριμία της με τη Μαρίκα Νίνου την έφερε πολύ κοντά στο Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος την πείθει τελικά να γράψει στίχους, με τον όρο να μείνει κρυφή η συνεργασία τους. Πολλά από τα τραγούδια, τους οδήγησαν στη σύγκρουση καθώς και οι δυο διεκδικούσαν την στιχουργική πατρότητα τους. Ειδικά για το τραγούδι «Τα Καβουράκια», η διαμάχη έφτασε στο αποκορύφωμά της. Το 1960, η Ευτυχία σε συνέντευξη της αποκαλύπτει μερικά από τα τραγούδια που της ανήκουν, παρότι στους δίσκους δεν είχε γραφτεί ποτέ το όνομα της. Ο Βασίλης Τσιτσάνης βγαίνει δημοσίως και τη διαψεύδει ενώ ο Στέλιος Καζαντζίδης παραδέχεται δημοσίως ότι οι στίχοι του «Δυο πόρτες έχει η ζωή» είναι της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Προβλήματα που δημιουργήθηκαν από τη στάση της στιχουργού να μην ενδιαφέρεται για την αναγνώριση του έργου της. Η Παπαγιαννοπούλου υπέφερε οικονομικά και προσπαθούσε να παράγει στίχους για να καλύψει τις οικονομικές της ανάγκες που ήταν δυσβάστακτες, καθώς έπαιζε συνέχεια χαρτιά. Το πάθος της χαρτοπαιξίας την έκανε να πουλάει τους στίχους της για ένα κομμάτι ψωμί πολλές φορές σε τρανταχτά ονόματα που την εκμεταλλεύτηκαν. Το 1960 η ζωή της Ευτυχίας θα αλλάξει για πάντα με τον θάνατο της κόρης της Μαίρης Λαΐδου. Έφυγε στα 45 της χρόνια από εγκεφαλικό αφήνοντας πίσω της μεγάλες στιγμές στο μουσικό θέατρο και 7 ταινίες με σημαντικότερη τη «Λατέρνα φτώχεια και φιλότιμο», όπου υποδύεται μια από τις τσιγγάνες που πλαισιώνουν τους Φωτόπουλο και Αυλωνίτη. Για την ιστορία ήταν παντρεμένη με τον κωμικό Φραγκίσκο Μανέλλη και απέκτησαν μια κόρη τη Ρέα. Αθυρόστομη, ψεύτρα, παμπόνηρη, καπάτσα, παθιασμένη στους έρωτές της και παρορμητική μέχρι εκεί που δεν παίρνει, η Ευτυχία συνεργάστηκε σχεδόν με όλους τους σπουδαίους συνθέτες. Ο πλήρης αριθμός των τραγουδιών της κορυφαίας λαϊκής στιχουργού, παραμένει άγνωστος (και μάλλον θα παραμείνει εσαεί) αφού πουλούσε τα τραγούδια της και μετά ηχογραφήθηκαν με το όνομα άλλου στιχουργού. Ενδεικτικό είναι το ότι το «Δύο πόρτες έχει η ζωή» το πούλησε έναντι 250 δραχμών και τα «Ηλιοβασιλέματα» έναντι 300. Μοναδικές  εξαιρέσεις  ο Απόστολος Καλδάρας, ένας από τους καλλιεργημένους ανθρώπους του λαϊκού τραγουδιού, ο οποίος της έλεγε χαρακτηριστικά: «Ευτυχία, θα πάρεις τα ποσοστά σου» και ο Μάνος Χατζιδάκις που πρώτο έβαλε το όνομά της στο βινύλιο, στο τραγούδι «Είμ’ αητός χωρίς φτερά». Το τραγούδι αυτό ακούστηκε για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1963 στην μουσική θεατρική παράσταση «Μαγική Πόλις», στο θέατρο Πάρκ. Τραγούδια της ακούστηκαν και στον ελληνικό κινηματογράφο, όπως: «Ρίχ΄ τε στο γυαλί φαρμάκι» (από τη ταινία «Καρδιά μου πάψε να πονάς»-1965), «Φεύγω με πίκρα στα ξένα» (από τη ταινία «Κλάψε φτωχή μου καρδιά»-1962), «Τι έχει και κλαίει το παιδί» (από τη ταινία «Ζητιάνος μιας αγάπης»-1965), «Στ΄ Αποστόλη το κουτούκι» (από τη ταινία «Καρδιά μου πάψε να πονάς»-1965), «Νύχτα πέρασε το τραίνο» (από τη ταινία «Μπετόβεν και μπουζούκι»- 1965), «Αχ! Ναυτόπουλα» (από τη ταινία «Δουλειές του ποδαριού»-1960) και άλλα. Η Μεγάλη Κυρία της ελληνικής ποίησης έσβησε στα 79 της χρόνια, στις 7 Ιανουαρίου 1972. Με ένα μαντήλι στα μαλλιά και με εκείνο το απίστευτο βλέμμα της υπηρέτησε τον πολιτισμό του 20ου αιώνα, αφήνοντας μια τεράστια κληρονομιά, χωρίς ποτέ να ενδιαφερθεί για την υστεροφημία της!!!